κτένιο


κτένιο
το (AM κτένιον)
βλ. χτένι
νεοελλ.
ζωολ. ανατομικός σχηματισμός τών κτενοφόρων, που είναι μεγάλου μήκους συγχωνευμένη βλεφαρίδα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πτηνά — Τάξη σπονδυλωτών ιδιαίτερα προσαρμοσμένων για την πτήση εξαιτίας της μετατροπής των μπροστινών άκρων σε φτερούγες. Τα π. είναι ζώα ομοιόθερμα, δηλαδή με σταθερή θερμοκρασία του σώματος, κατά μέσο όρο υψηλότερη από τη θερμοκρασία των θηλαστικών.… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.